Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

"Ζω με τους γονείς μου" - Η επιμήκυνση της νεότητας

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

(Όσο μπορείς, Κ.Π. Καβάφης)


Η «επιμήκυνση» της νεότητας, της περιόδου που η ζωή μας βρίσκεται στο μεταίχμιο της ουσιαστικής ενηλικίωσης και της οικογενειακής σιγουριάς, φαίνεται πως αποτελεί κοινή τάση της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας. Οι Έλληνες, συχνά, αναφέρονται με δυσμενή σχόλια στη συνήθεια πολλών οικογενειών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες να δίνουν την ελευθερία στα παιδιά τους να ζήσουν ανεξάρτητα μετά την ηλικία των 18.

Είναι όμως πάντα η συνήθεια αυτή μια πράξη ψυχρότητας ή ελλιπούς αγάπης; Είναι αλήθεια οι Άγγλοι, οι Γάλλοι ή οι Σουηδοί λιγότερο γονείς από τους Έλληνες γονείς; Αγαπούν λιγότερο τους απογόνους τους; Είναι, λοιπόν, υγιές να ζει ένας τριαντάχρονος γιος με τους γονείς του;

Ευρωπαϊκές έρευνες που σχετίζονται με το θέμα αυτό, ξεκαθαρίζουν τέτοιου είδους λανθασμένες αντιλήψεις για το σύγχρονο ευρωπαϊκό μοντέλο γονέα. Είναι αλήθεια, ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τα παιδιά παύουν να ζουν με τους γονείς τους, νωρίτερα από ότι στην Ελλάδα, μόνο που αυτό συνήθως γίνεται όταν πληρούνται κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Για παράδειγμα, όταν το παιδί δεν επιθυμεί να σπουδάσει και μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του με τη δουλειά που έχει επιλέξει, τότε είναι πολύ πιθανό, γονείς και παιδί, να καταλήξουν στην κοινή απόφαση ότι μπορεί πλέον ο νέος να αρχίσει τα πρώτα του βήματα προς στην ανεξαρτητοποίησή του. Αν πάλι επιθυμεί να σπουδάσει, το παιδί παραμένει στους κόλπους της οικογένειάς του μέχρι να ορθοποδήσει οικονομικά.

Όλα τα παραπάνω, κάθε άλλο παρά αποδεικνύουν μια ψυχρότητα στις σχέσεις του γονιού με το παιδί. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι θέτουν τις βάσεις για μια υγιή σχέση, που θα στηρίζεται στο σεβασμό απέναντι στο δικαίωμα του άλλου να έχει την ανεξαρτησία του, τον προσωπικό του χώρο και τις συνήθειές του.

Όλα αυτά, λοιπόν, είναι μια ένδειξη εμπιστοσύνης στο παιδί, μια παρότρυνση για μια ζωή χωρίς συναισθηματικά και οικονομικά δεκανίκια, είναι μια προσπάθεια «να κοπεί ο ομφάλιος λώρος» της εξάρτησης.

Φανταστείτε έναν νέο που δεν έχει ζήσει ποτέ μόνος ως τα τριάντα του χρόνια. Πόσο δύσκολο θα είναι για αυτόν να «απογαλακτιστεί», τη στιγμή που αυτό δεν έγινε τη χρονική περίοδο που θα έπρεπε να γίνει;

Μήπως, λοιπόν, το ζήτημα της ανεργίας αποτελεί κάποιες φορές μια καλή «δικαιολογία» για να μην αποχωριστούμε τα παιδιά μας; Μήπως η υπερπροστατευτικότητα είναι κακός σύμβουλος για τους Έλληνες γονείς;

Αδιαμφισβήτητα, ο Έλληνας νέος που δεν έχει αντιμετωπίσει μόνος του τις δυσκολίες της ζωής, που δεν έχει «δοκιμάσει» τις προσωπικές του αντοχές σε οικονομικό και συναισθηματικό επίπεδο, υστερεί σημαντικά σε σχέση με το σύγχρονο νέο της Ευρώπης που στα 30 του χρόνια είναι σε θέση να κάνει τη δική του οικογένεια, διαπαιδαγωγώντας τα παιδιά του, μέσα από τις εμπειρίες που απέκτησε και τις δυσκολίες που συνάντησε στην προσωπική και επαγγελματική του πορεία.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι μέσα από την υπερπροστατευτικότητα που τον διακρίνει, ο σύγχρονος γονιός λησμονεί το βασικό και πρωταρχικό του στόχο: να παρέχει στα παιδιά του τα εφόδια ζωής που θα τα καταστήσουν ικανά να ζουν αυτόνομα, χωρίς να βασίζονται στην οικογενειακή σιγουριά, στο χαρτζιλίκι των γονέων και χωρίς να κουβαλούν αέναα μέσα τους το βίωμα του «ετερόφωτου πλανήτη»...

Έλλη Φρεγγίδου, M.Sc.
Ψυχολόγος Α.Π.Θ.
21ης Ιουνίου-Αθ. Τσούντα
Τηλ. γραφείου: 23410-27014, κιν: 6946081649
e-mail: elli_kilkis@yahoo.gr
frengidou.blogspot.com